Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Ατομικότητα και συλλογικότητα στην επιστήμη.

Από τον Βασίλη Γκάγκα

Μελετώντας την εξελικτική πορεία της επιστήμης ανά τους αιώνες, από την εποχή που εμφανίστηκε η πρώτη επιστημονική σκέψη (υπό τη συνοδεία της πειραματικής επιβεβαίωσης της θεωρίας) μέχρι και σήμερα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η εξέλιξη της επιστήμης στηρίχθηκε αρχικά σε συγκεκριμένες ατομικές προσπάθειες οι οποίες οδήγησαν εν μέρει σε σπουδαίες ανακαλύψεις και εφευρέσεις και στη συνέχεια εξελίχθηκε με συλλογικό τρόπο από το εκάστωτε μοντέλο ερευνητικής ανάπτυξης της κάθε χώρας. Βέβαια σε όλη αυτήν την μακρά πορεία συνετέλεσε σημαντικό ρόλο και η προσωπικότητα των συμμετεχόντων ερευνητών. Η άποψη που θα προσπαθήσουμε να στοιχειοθετήσουμε σε αυτό το άρθρο είναι ότι το όλο οικοδόμημα της επιστήμης αν και ξεκίνησε να αναπτύσσεται ατομικά, πλέον στη σύγχρονη εποχή αναπτύσσεται με συλλογικότητα και διεπιστημονικότητα χωρίς βέβαια να μπορεί να υπάρξει και εναλλακτική λύση καθώς καθημερινά συναντώνται ολοένα και μεγαλύτερα δυσεπίλυτα επιστημονικά εμπόδια.
Μελετώντας την ιστορία της εξέλιξης της επιστήμης, κάποιες χώρες είχαν και έχουν μέχρι και σήμερα μεγάλη παράδοση στην επιστημονική έρευνα και κατ’ επέκταση στο άνοιγμα νέων δρόμων στην επιστημονική σκέψη. Τέτοιες χώρες ήταν η Ιταλία, Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία. Στην Ιταλία η επιστήμη ξεκίνησε την πορεία της μέσω του Γαλιλαίου Γαλιλέι (1564-1642) ο οποίος θεωρείται ως ο ιδρυτής της και ως ο πρώτος που εισήγαγε το πείραμα ως εργαλείο επιβεβαίωσης της θεωρίας (Koestler, 1959; Segrè, 2001). Ο Γαλιλαίος αποπειράθηκε να θέσει τη σχέση θρησκείας και επιστήμης σε μια νέα βάση θεωρώντας ότι αν και οι γραφές είναι ορθές, τα όποια λάθη των ερμηνειών τους οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα, η διάνοια του οποίου δεν πηγάζει από το Άγιο Πνεύμα όπως επίσης και στο ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονταν εκείνη την εποχή ήταν πνευματικά ανώριμο (Segrè, 2001). Κατά τον Κέσλερ ο Γαλιλαίος παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος κυριευμένος από την εγωπάθεια και την αυτοπροβολή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να σκιαγραφήσει τις προσωπικότητες των αντιπάλων του ως αγαθές και επιπόλαιες στο βιβλίο του, "Διάλογος περί των δύο μεγίστων συστημάτων του κόσμου, πτολεμαïκού και κοπερνίκειου, 1632", (Koestler, 1959). Οι συνεχείς βολές του Γαλιλαίου εναντίον του αριστοτελικού σύμπαντος είχαν ως αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθεί από τον επιστημονικό περίγυρο στερώντας του την ανανέωση του συμβολαίου του με το πανεπιστήμιο της Πίζας το 1592 και εν τέλει να δικαστεί από την Ιερά Εξέταση καταδικαζόμενος σε κατ’ οίκον περιορισμό για το υπόλοιπο της ζωής του. Ένα επιπλέον δείγμα αυτής της αλαζονείας του Γαλιλαίου ήταν και η αγνόηση των όρων περί του κατ’ οίκου εγκλεισμού του ως ποινή που του επιβλήθηκε από την Ιερά Εξέταση προκειμένου να μη δέχεται επισκέπτες στην οικία του και επίσης να μη δημοσιεύει επιστημονικές εργασίες έξω από την Ιταλία (αναφερόμαστε στο βιβλίο «Πραγματείες σε δυο νέες επιστήμες, Discorsi e Dimonstrazioni Matematiche intorno à due nuove scienze, 1638», το οποίο διέρρευσε κρυφά από την Ιταλία σε έναν Δανό εκδότη) (Moore, 2002).
Πριν από τον Γαλιλαίο υπήρξαν αρκετοί προάγγελοι οι οποίοι διατύπωσαν θεωρητικά και πρακτικά ερωτήματα τροφοδοτώντας την επιστημονική σκέψη της επόμενης γενιάς στην οποία άνηκε και ο ίδιος. Στον τομέα της αστρονομίας τέτοιος προπομπός υπήρξε ο Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543) ο οποίος μόλις στο τελευταίο έτος της ζωής του επέλεξε να δημοσιεύσει το βιβλίο του με τίτλο «Περί της περιστροφής των Ουράνιων Σφαιρών» το οποίο αποτέλεσε έναν προάγγελο της επικείμενης επιστημονικής επανάστασης αλλά ταυτόχρονα και την τελευταία έκφραση της πτολεμαϊκής αστρονομίας (Chapman, 2014). Ο Κοπέρνικος στις βιογραφίες του εμφανίζεται ως μια προσωπικότητα ντροπαλή και επιφυλακτική η οποία ζει μοναχικά σε έναν ιδιόκτητο πύργο χωρίς να επιθυμεί να μοιραστεί το έργο του. Μόνο στα τελευταία έτη της ζωής του αποφασίζει να μοιραστεί τη θεωρία του με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Είναι γεγονός ότι ακόμα και ο ίδιος αμφισβητεί το ίδιο του το έργο καθώς θεωρεί ότι μεγάλο μέρος αυτού δεν είναι δυνατό να είναι σωστό. Όταν σε νεότερη ηλικία, αποφασίζει να μοιραστεί μέρος από το έργο του σε ένα στενό επιστημονικό κύκλο επιλέγει αυτό να μη φέρει την υπογραφή του (Koestler, 1959). Προς το τέλος της ζωής του πείθεται να εκδώσει το έργο του αλλά όχι ως την ουράνια πραγματικότητα αυτή καθεαυτή αλλά ως μια επιπλέον μαθηματική υπόθεση ικανή να προβλέπει τα ουράνια φαινόμενα (Koestler, 1959). Είναι γεγονός ότι οι παραπάνω δυο αν και σπούδασαν σε επιφανή πανεπιστήμια της εποχής τους έδρασαν σε ατομικό και όχι συλλογικό επίπεδο. Η Ιταλία σαφώς και υπέστη σοβαρό πλήγμα από τον διωγμό των «αιρετικών» προτάσεων του Γαλιλαίου, κατάφερε όμως στη συνέχεια να ορθοποδήσει συνεχίζοντας την εξέλιξη της με τον Αλεσάντρο Βόλτα (1745-1827) (Βάρβογλης, 2011).
Μετά τον θάνατο του Γαλιλαίου, η επιστημονική σκέψη οργανώθηκε με ομαλό τρόπο και έδρευσε κυρίως στην Αγγλία λόγω του ανεξάρτητου τρόπου οργάνωσης της έρευνας από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η επιστημονική πρόοδος εκείνη την περίοδο στηρίχθηκε κυρίως στις ερασιτεχνικές προσπάθειες ευγενών και εύπορων αστών με κύριο άξονα τη Βασιλική Εταιρεία. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Νεύτωνας (1643-1727) ο οποίος εργαζόταν μόνος του χωρίς να διαθέτει κάποιον βοηθό. Μάλιστα ο Westfall (1983) στη βιογραφία του Νεύτωνα αναφέρει ότι ο δεύτερος σε πολλές περιπτώσεις ήταν αναγκαίο να είχε βοηθό καθώς έτσι θα είχε καταλήξει γρηγορότερα σε σαφή συμπεράσματα ειδικά όταν εργαζόταν επάνω στη διάθλαση του λευκού φωτός από διάφανα πρίσματα. Στο ίδιο πλαίσιο «ατομικότητας» με τον Νεύτωνα εργάστηκε και ο «αντίπαλος» του στα Μαθηματικά Βίλχελμ Λάιμπνιτς (1646-1716) ο οποίος διέθετε ως βοηθό μόνο τον Johann Georg von Eckhart στον τομέα της Ιστοριογραφίας. Στο ίδιο πλαίσιο εργάστηκε και στον τομέα της Οπτικής ο Κρίστιαν Χοιχενς (1629-1695). Επιπλέον παραδείγματα ατομικότητας είναι αυτό του Μάικλ Φαραντέι ο οποίος είχε ως βοηθό έναν απόστρατο λοχία και αυτό του Κλέρκ Μάξγουελ ο οποίος είχε ως βοηθό τη γυναίκα του, Κάθριν Ντιούαρ (Βάρβογλης, 2011).
Στη Γαλλία, από τη Γαλλική επανάσταση και έπειτα, η εξέλιξη της επιστήμης συνέβη με γοργά βήματα εξ’ αιτίας του ότι στα πανεπιστήμια μπορούσαν πλέον να σπουδάσουν όλοι οι πολίτες ανεξαιρέτως και όχι οι έως τότε ευγενείς και ιερείς. Η Γερμανία υστερούσε επιστημονικά μέχρι και τον 18ο αιώνα λόγω του ότι το κράτος της ήταν διασπασμένο και δινόταν μεγαλύτερη σημασία στη στρατιωτική οργάνωση παρά στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης. Αυτό όμως άλλαξε κατά τον 19ο αιώνα με τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους στο οποίο βασικός πυλώνας κεντρικού σχεδιασμού ήταν η ανάπτυξη της επιστήμης. Στις Η.Π.Α. η επιστημονική σκέψη πάντοτε βρισκόταν σε μια στάσιμη κατάσταση και το μόνο αξιόλογο όνομα ήταν αυτό του Φραγκλίνου. Όμως, από τον 20ο αιώνα μέχρι και σήμερα η έρευνα στις Η.Π.Α. έχει γνωρίσει εξαιρετικά μεγάλη άνθιση κυρίως μέσω των γενναίων κρατικών χρηματοδοτήσεων. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι έγινε αντιληπτή η σημαντικότητα της έρευνας τόσο στην οικονομική ευρωστία όσο και στη στρατιωτική ανάπτυξη του κράτους (Βάρβογλης, 2011).
Έτσι λοιπόν, τα τελευταία εκατό χρόνια παρατηρούμε σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση και στον τρόπο διεξαγωγής της επιστημονικής έρευνας σε σχέση με αυτήν του 18ου και 19ου αιώνα. Αυτό οφείλεται και εν μέρει στο ότι η επιστημονική έρευνα έγινε απαιτητικότερη καθώς στα μέσα του 20ου αιώνα η συλλογικότητα και η διεπιστημονικότητα στην έρευνα φάνηκε ως επιτακτική ανάγκη. Καταλύτης σε αυτή την έκβαση φάνηκε να είναι ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ο οποίος κατέδειξε τη στενή σύνδεση της έρευνας με την οικονομική δραστηριότητα του εκάστωτε κράτους. Πλέον ο έλεγχος στην επιστημονική διάρθρωση και η εξειδίκευση έχει αντικατασταθεί από τον διάλογο και την αλληλεπίδραση μεταξύ των επιστημόνων.
Ο τελευταίος αιώνας, μαζί με την αλλαγή στη διαδικασία της έρευνας επέφερε επίσης και αλλαγή στη δομή των πανεπιστημίων. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η οργάνωση της έρευνας ακολουθούσε το «γερμανικό μοντέλο» στο οποίο ο υπεύθυνος καθηγητής-διευθυντής του εκάστωτε προγράμματος επέβλεπε, κατηύθυνε και τελικά οργάνωνε την ερευνητική εργασία των υπόλοιπων μελών του εργαστηρίου. Ο ίδιος αποφάσιζε για την ερευνητική κατεύθυνση της ομάδας, οργάνωνε τα οικονομικά και επίσης είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να επιβλέπει διδακτορικές διατριβές. Αυτό το μοντέλο έρευνας άλλαξε και πλέον στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών ακολουθείται το «αμερικανικό μοντέλο» το οποίο στηρίζεται σε περισσότερο φιλελεύθερες ιδέες. Σε αυτό το μοντέλο το δομικό συστατικό είναι το «Τμήμα» το οποίο αποδίδει συγκεκριμένους τίτλους σπουδών και στο οποίο ανήκουν καθηγητές διαφορετικών βαθμίδων που διδάσκουν και επιβλέπουν διδακτορικές εργασίες. Η έρευνα πλέον διεξάγεται σε ομάδες και επικεφαλής της έρευνας είναι κάποιος καθηγητής με πρωτότυπες ερευνητικές ιδέες. Αυτές οι ιδέες ανατίθενται σε άλλους διδάκτορες οι οποίοι παίζουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ αυτού και των υποψήφιων νέων διδακτόρων. Οι υποψήφιοι διδάκτορες έχουν επίσης και τον ρόλο των εκπαιδευτών προς τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές και επιβλέπουν πτυχιακές και μεταπτυχιακές εργασίες.
Συμπερασματικά, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι στις χώρες στις οποίες ο κεντρικός κρατικός σχεδιασμός έδωσε μεγάλη βαρύτητα στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης μέσω της χρηματοδότησης και του κρατικού σχεδιασμού, αναπτύχθηκε αναπόφευκτα ένα κλίμα συλλογικότητας και συνεργασίας μεταξύ των επιστημόνων. Σε αντίθετη περίπτωση οι επιστημονικές ανακαλύψεις και κατ’ επέκταση η γενικότερη πρόοδος της επιστήμης, εξαρτήθηκε αποκλειστικά από την ατομική και πολύπαθη προσπάθεια μερικών «πεφωτισμένων» επιστημόνων οι οποίοι είτε έτυχε να έχουν συγκεκριμένη κοινωνική θέση και οικονομική ευρωστία είτε τη διανοητική ικανότητα ώστε να καταφέρουν να προάγουν την επιστημονική σκέψη πραγματοποιώντας ιδιαίτερες επιστημονικές ανακαλύψεις. Καταλήγουμε λοιπόν στο γενικότερο συμπέρασμα ότι πλέον στην επιστήμη συνυπάρχει η ατομικότητα με τη συλλογικότητα.


ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Chapman, A. (2014). Stargazers: Galileo, Copernicus, the Telescope and the Church. Oxford: Lion Hudson Plc.
Koestler, A. (1959). The Sleepwalkers: A History of Man's Changing Vision of the Universe. New York: The Macmillan Company.
Moore, P. (2002). E=mc2: The great ideas that shaped our world. New York: Sterling.
Segrè, E. (2001). Ιστορία της Φυσικής (Α’ τόμος), μετάφραση Κωνσταντίνα Μεργιά, Αθήνα: Δίαυλος.
Westfall, R. (1983). Never at rest: A biography of Isaac Newton. New York: Cambridge University Press.
Βάρβογλης, Χ. (2011). Ιστορία και εξέλιξη των ιδεών στη Φυσική. Θεσσαλονίκη: Πλανητάριο Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου